εὐμενής

εὐμενής
εὐ|μενής, ἐς ['благожелательный'] 1. милостивый; 2. хороший, удобный (ср. Ευμενίδες Эвмениды эвфемистическое наименование Эриний, или Фурий)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужен реферат?

Смотреть что такое "εὐμενής" в других словарях:

  • Εὐμένης — masc acc pl (attic epic doric) Εὐμένης masc nom/voc pl (doric aeolic) Εὐμένης masc nom sg Εὐμενέω to be gracious imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐμενής — well disposed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμενής — well disposed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμενής — I (361; – 317 π.Χ.). Στρατηγός και φίλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Διακρίθηκε ως γραμματέας του Φιλίππου B’, αργότερα συνδέθηκε με φιλία και ανέλαβε την αρχιγραμματεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το έργο της σύνταξης των Βασιλικών Εφημερίδων. Μετά… …   Dictionary of Greek

  • ευμενής, -ής — ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, καλοδιάθετος, ευνοϊκός: Ευμενής κρίση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐμένης — εὐμενέω to be gracious imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐμενῆ — Εὐμενής well disposed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) Εὐμενής well disposed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) Εὐμενής well disposed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμενῆ — εὐμενής well disposed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐμενής well disposed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐμενής well disposed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐμενέστερον — Εὐμενής well disposed adverbial comp Εὐμενής well disposed masc acc comp sg Εὐμενής well disposed neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμενέστερον — εὐμενής well disposed adverbial comp εὐμενής well disposed masc acc comp sg εὐμενής well disposed neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐμένει — Εὐμένης masc nom/voc/acc dual (attic epic) Εὐμένεϊ , Εὐμένης masc dat sg (epic ionic) Εὐμένης masc dat sg Εὐμενέω to be gracious imperf ind act 3rd sg (attic epic) Εὐμενέω to be gracious pres imperat act 2nd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»